Μεταφραστής Ακριβείας

Βασικών όρων πληροφορικής, υπολογιστών και διαδικτύου ... και όχι μόνο

Ετυμολόγιο

40 Λέξεις της Ημέρας

Αλφαβητική Αναζήτηση

Βοηθήματα

Οι τελευταίες 40 καταχωρήσεις!
test

Εγγραφείτε στο

Νεοδότη μας

Εγγραφή

Λέξη




πυκνωτής, πυκνοχωρητικότητα, χωρητικότητα
capacitor, condenser, capacitance
 
 

Πρόκειται για ένα εξάρτημα μικροσκοπικό όσο που δεν διακρίνεται ή μεγάλο όσο ένα ποτήρι ή και πιο μεγάλο. Σημαντικότατο ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξάρτημα. Ο κόσμος είναι γεμάτος από πυκνωτές. Λειτουργεί σαν μια προσωρινή μπαταρία. Παίρνει ηλεκτρική φόρτιση και τη διατηρεί όσο απαιτείται σε μορφή ηλεκτροστατικού πεδίου. Αποτελείται από δυο πλάκες αγώγιμου υλικού που διαχωρίζονται από ένα στρώμα διηλεκτρικού υλικού. Διηλεκτρικά υλικά είναι κακοί αγωγοί του ηλεκτρισμού αλλά έχουν τη δυνατότητα να συγκρατούν ηλεκτρική φόρτιση. Ως διηλεκτρικά υλικά μπορεί να είναι ξηρός αέρας, κενό αέρος, διάφορα πυρίτια, ο μαρμαρυγίας (μικα) κ.α. Οι πυκνωτές χρησιμοποιούνται στα ηλεκτροδοτικά στοιχεία όπου συνήθως είναι μεγάλοι. Σε πλακίδια μνήμης ΔΜΤΠ, οι πυκνωτές είναι εκτμρια μικροσκοπικά κελιά όπου στο κάθε ένα συγκρατείται ένα δυφίο, δηλ. 0 ή 1.

Στα αγγλικά η λέξη «capacitor» άρχισε να αντικαθιστά τη λέξη «condenser» που είναι το ίδιο πράμα. Στα ελληνικά πάντα είχαμε τον πυκνωτή. Η πυκνοχωρητικότητα (capacitance) του πυκνωτή μετριέται σε φαράτια και, βεβαίως, σε μικροφαράτια ή νανοφαράτια.

Καταχώρηση: 01/01/2008 00:00
Αποστολή Εκτύπωση Ανάδραση / Επικοινωνία

Ανάπτυγμα της Dynamic Works  |  Με την ισχύ του ΣΔΠ DWCMS